Τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως τα προϊόντα καπνού
Τα σύγχρονα τρόφιμα είναι σχεδιασμένα για σύντομη και πολύ έντονη ευχαρίστηση όπως τα τσιγάρα.
Για δεκαετίες, η υπερκατανάλωση φαγητού αποδιδόταν σχεδόν αποκλειστικά στην έλλειψη αυτοελέγχου. Μια νέα, εκτενής επιστημονική ανάλυση έρχεται να αμφισβητήσει ριζικά αυτή την αντίληψη. Σύμφωνα με ερευνητές, τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα δεν λειτουργούν απλώς ως τροφή, αλλά ως βιομηχανικά σχεδιασμένες ουσίες που επηρεάζουν άμεσα τον εγκέφαλο και ενισχύουν την κατανάλωση. Η σύγκριση που κάνουν είναι χαρακτηριστική: η σύγχρονη βιομηχανία τροφίμων θυμίζει έντονα τη βιομηχανία καπνού του 20ού αιώνα.
Όταν το φαγητό παύει να είναι απλώς τροφή
Οπως διαβάζουμε στο PsyPost, η βασική ιδέα της μελέτης είναι ότι το πρόβλημα δεν βρίσκεται αποκλειστικά στον καταναλωτή. Τα ίδια τα προϊόντα, όπως αναψυκτικά, γλυκά και fast food, είναι σχεδιασμένα ώστε να παρακάμπτουν τα φυσικά σήματα κορεσμού του οργανισμού. Συνδυάζοντας δεδομένα από τη νευροεπιστήμη, τη διατροφή και τη δημόσια υγεία, οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι αυτά τα τρόφιμα ενεργοποιούν τα κυκλώματα ανταμοιβής του εγκεφάλου με τρόπο παρόμοιο με τη νικοτίνη, ενισχύοντας την επιθυμία για επαναλαμβανόμενη κατανάλωση.
Όπως τα φύλλα καπνού από μόνα τους δεν αρκούσαν για να προκαλέσουν παγκόσμια επιδημία εθισμού, έτσι και βασικά αγροτικά προϊόντα –καλαμπόκι, σιτάρι ή ζαχαρότευτλα– δεν είναι εγγενώς «εθιστικά». Το κρίσιμο σημείο είναι η βιομηχανική επεξεργασία. Μέσα από σύνθετες τεχνικές, οι πρώτες ύλες μετατρέπονται σε προϊόντα υψηλής έντασης, σχεδιασμένα να προσφέρουν γρήγορη και έντονη ευχαρίστηση, με τρόπο που η φύση δεν προβλέπει.
Οι πέντε τεχνικές που ενισχύουν την υπερκατανάλωση
Οι ερευνητές εντοπίζουν πέντε βασικές στρατηγικές που θυμίζουν έντονα τις πρακτικές της καπνοβιομηχανίας. Η πρώτη αφορά την ακριβή «δοσομέτρηση» αλατιού, ζάχαρης και λίπους. Όπως τα τσιγάρα ρυθμίστηκαν ώστε η νικοτίνη να διεγείρει χωρίς να απωθεί, έτσι και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα περιέχουν ποσότητες συστατικών που μεγιστοποιούν την απόλαυση χωρίς να προκαλούν άμεσο κορεσμό.
Ένα κρίσιμο στοιχείο είναι ο συνδυασμός υδατανθράκων και λιπαρών σε αναλογίες που σπάνια συναντώνται στη φύση. Ένα φρούτο περιέχει ζάχαρη αλλά ελάχιστο λίπος, ενώ ένας ξηρός καρπός το αντίστροφο. Τα βιομηχανικά τρόφιμα συνδυάζουν και τα δύο, προκαλώντας ισχυρότερη απελευθέρωση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο. Το αποτέλεσμα είναι ένα αίσθημα ευχαρίστησης που ξεπερνά εκείνο των φυσικών τροφών.
Η δεύτερη στρατηγική αφορά την ταχύτητα. Όσο πιο γρήγορα μια ουσία φτάνει στον εγκέφαλο, τόσο μεγαλύτερη η εθιστική της δυναμική. Στα τρόφιμα, αυτό επιτυγχάνεται με την αφαίρεση φυτικών ινών, νερού και πρωτεΐνης. Τα προϊόντα γίνονται μαλακά, εύκολα στην κατανάλωση και απορροφώνται ταχύτατα, προκαλώντας απότομες αυξήσεις σακχάρου και έντονη εγκεφαλική ανταμοιβή.
Η τρίτη διάσταση είναι η λεγόμενη «μηχανική». Όπως τα τσιγάρα εμπλουτίστηκαν με πρόσθετα για να μειωθεί η σκληρότητα του καπνού, έτσι και τα τρόφιμα σχεδιάζονται με συγκεκριμένα «χαρακτηριστικά ευχαρίστησης». Οι γεύσεις είναι έντονες αλλά σύντομες, εξαφανίζονται γρήγορα από τον ουρανίσκο και δεν επιτρέπουν στον εγκέφαλο να λάβει το μήνυμα κορεσμού, ενθαρρύνοντας την επόμενη μπουκιά.
Σημαντικό ρόλο παίζει και η πανταχού παρουσία αυτών των προϊόντων. Όπως τα τσιγάρα κάποτε πωλούνταν παντού, έτσι και τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι διαθέσιμα σε πρατήρια καυσίμων, φαρμακεία και σχολεία. Αυτό καταργεί τα όρια των γευμάτων και καλλιεργεί μια κουλτούρα συνεχούς κατανάλωσης, όπου η ευθύνη της αυτοσυγκράτησης μεταφέρεται αποκλειστικά στο άτομο.
Η τελευταία στρατηγική είναι το λεγόμενο «health washing». Όπως τα «light» τσιγάρα παρουσιάστηκαν ως πιο ασφαλή χωρίς να είναι, έτσι και τρόφιμα με ετικέτες «χαμηλά λιπαρά» ή «εμπλουτισμένα με βιταμίνες» διατηρούν τη βασική, εθιστική τους δομή. Η εικόνα υγιεινής επιλογής συχνά συγκαλύπτει τις πραγματικές μεταβολικές επιπτώσεις.
Γιατί οι επιπτώσεις φτάνουν μέχρι την ψυχική υγεία
Τα δεδομένα δεν περιορίζονται στην παχυσαρκία. Πλήθος ερευνών συνδέει την υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων με αλλοιώσεις σε εγκεφαλικές δομές, αυξημένο κίνδυνο εγκεφαλικού, γνωστική έκπτωση, ακόμη και πρώιμα συμπτώματα νευροεκφυλιστικών νόσων. Παράλληλα, μελέτες δείχνουν σαφή συσχέτιση με αυξημένα ποσοστά κατάθλιψης και ψυχολογικής δυσφορίας, ειδικά σε νεότερες ηλικίες.
Με βάση αυτά τα ευρήματα, οι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι η έμφαση στην «ατομική ευθύνη» δεν αρκεί. Προτείνουν ρυθμιστικά μέτρα αντίστοιχα με εκείνα του καπνού: περιορισμούς στη διαφήμιση, ειδικά προς παιδιά, φορολόγηση και αυστηρότερο έλεγχο της βιομηχανικής πρακτικής. Το συμπέρασμα είναι σαφές: αν τα προϊόντα σχεδιάζονται ώστε να προκαλούν βλάβη, τότε η ευθύνη δεν μπορεί να βαραίνει μόνο τον καταναλωτή.
Η έρευνα δημοσιεύεται στο περιοδικό The Milibank Quarterly.